- σφαλεῖσι
- σφάλλωmake to fallaor part pass masc/neut dat plσφάλοςneut dat pl (attic epic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
σφαλεῖσ' — σφαλεῖσα , σφάλλω make to fall aor part pass fem nom/voc sg σφαλεῖσι , σφάλλω make to fall aor part pass masc/neut dat pl σφαλεῖσαι , σφάλλω make to fall aor part pass fem nom/voc pl σφαλεῖσι , σφάλος neut dat pl (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πέπειρα — Α (σπάν. θηλ. τού πέπων) 1. (για γυναίκα) ώριμη, ηλικιωμένη 2. (για πράγματα) μαλακή («τὴν σάρκα πέπειραν ποιεῑ», Ιπποκρ.) 3. μτφ. (για ψυχική κατάσταση) κατευνασμένη («ἀμφὶ τοῑς σφαλεῑσι μὴ ἐξ ἑκουσίας ὀργὴ πέπειρα», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πέπων,… … Dictionary of Greek